Στις 6 Μαϊου 1940, ο Τζον Στάινμπεκ, τιμάται με βραβείο Πούλιτζερ για το αριστουργηματικό μυθιστόρημά του "Τα Σταφύλια της Οργής". Το βιβλίο περιγράφει την ιστορία των ταπεινών και καταφρονεμένων της Αμερικής, στα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, αμέσως μετά το μεγάλο κραχ του 1929. Με τις σοδειές τους κατεστραμμένες από την παρατεταμένη ξηρασία και από θυελλώδεις ανέμους που κουβαλούσαν πυκνά σύννεφα από χώμα, ξεριζωμένοι από τα χωράφια τους λόγω της εισβολής νέων καλλιεργητικών μεθόδων, χιλιάδες εξαθλιωμένοι αγρότες του αμερικανικού Νότου εγκαταλείπουν τις εστίες τους, κατευθυνόμενοι προς τη Γη της Επαγγελίας, την Καλιφόρνια.
Ο Στάινμπεκ για να αποδώσει όσο μπορούσε πιο ρεαλιστικά την εξιστόρησή του, έζησε για ένα διάστημα, ανάμεσα στους εσωτερικούς μετανάστες, οι οποίοι φθάνοντας στον προορισμό τους, δεν άργησαν να αντιληφθούν ότι τα πράγματα δεν ήταν όπως είχαν ελπίσει. Τους περίμεναν η καχυποψία, η εχθρότητα, η αναδουλειά, η πείνα και η ανάλγητη συμπεριφορά των εργοδοτών και των εκπροσώπων του κράτους.
Για όποιον δεν έχει διαβάσει -ακόμη- το βιβλίο, θα πρέπει να τονίσουμε, ότι το "μεγαλείο" του, δεν συνίσταται σε ερμητικούς γρίφους και μεγαλοπρεπείς εκφράσεις, αλλά στην ψυχική και ανθρωπιστική "δόνηση" που σου προκαλεί η περιγραφή της απόλυτης και απλούστατης αλήθειας, με συγκλονιστικά οικείες λέξεις, σε συνδυασμό φυσικά, με το συντηρητικό και υποκριτικό προφίλ της αμερικανικής κοινωνίας του '30.
Για όποιον δεν έχει διαβάσει -ακόμη- το βιβλίο, θα πρέπει να τονίσουμε, ότι το "μεγαλείο" του, δεν συνίσταται σε ερμητικούς γρίφους και μεγαλοπρεπείς εκφράσεις, αλλά στην ψυχική και ανθρωπιστική "δόνηση" που σου προκαλεί η περιγραφή της απόλυτης και απλούστατης αλήθειας, με συγκλονιστικά οικείες λέξεις, σε συνδυασμό φυσικά, με το συντηρητικό και υποκριτικό προφίλ της αμερικανικής κοινωνίας του '30.
Οι κριτικές:
Το βιβλίο του Στάινμπεκ συζητήθηκε
όσο κανένα άλλο στην εποχή του, με την ίδια ζέση επαινέθηκε και
κατηγορήθηκε («ένα μάτσο ψέματα», «επικίνδυνη κομμουνιστική προπαγάνδα», κ.α.).
Χαρακτηριστικά, εξαιτίας του γεγονότος ότι οι τράπεζες θεωρούσαν το μυθιστόρημα επικίνδυνα ανατρεπτικό,
η εταιρία παραγωγής 20th Century Fox γύρισε την ταινία με τον
παραπλανητικό τίτλο «Λεωφόρος 66», το όνομα της κεντρικής λεωφόρου στις
ΗΠΑ που οδηγεί στην Καλιφόρνια. Παρά τις πιέσεις, το βιβλίο διαβάστηκε
ευρύτατα και εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα κλασικά αριστουργήματα της αμερικανικής αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Οι φιλελεύθερες πολιτικές απόψεις του Στάινμπεκ, η απεικόνιση της αρνητικής πλευράς του καπιταλισμού,
και η επανερμηνεία των ιστορικών γεγονότων των μεταναστεύσεων εξαιτίας
του Dust Bowl, οδήγησαν σε αντιδράσεις εναντίον του συγγραφέα, ιδιαίτερα,
στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Πράγματι, υποστηρίζοντας ότι το βιβλίο ήταν
και άσεμνο και παραπλανητικό σχετικά με τις συνθήκες στην επαρχία, το
Συμβούλιο της επαρχίας Κερν απαγόρευσε το βιβλίο από τα δημόσια σχολεία
και βιβλιοθήκες
της επαρχίας τον Αύγουστο του 1939. Αυτή η απαγόρευση ίσχυε μέχρι τον
Ιανουάριο του 1941. Σχετικά με αυτές τις αντιρρήσεις, ο Στάινμπεκ
έγραψε, «Η δυσφήμισή μου εκεί έξω από τους μεγάλους γαιοκτήμονες και
τραπεζίτες είναι αρκετά κακή. Το τελευταίο είναι μια φήμη από αυτούς ότι
οι κάτοικοι της Οκλαχόμα με μισούν και έχουν απειλήσει να με σκοτώσουν
επειδή λέω ψέματα γι' αυτούς. Είμαι τρομοκρατημένος με την αυξανόμενη
οργή από αυτό το καταραμένο πράγμα. Έχει ξεφύγει εντελώς από τον έλεγχο,
εννοώ ένα είδος υστερίας αναπτύσσεται για το βιβλίο και αυτό δεν είναι καθόλου υγιές.»
Το βιβλίο "κατέκτησε" την 7η θέση ανάμεσα στα 100 καλύτερα βιβλία του 20ου αιώνα, όπως ψηφίστηκαν την άνοιξη του 1999 μέσα από ειδική διαδικασία που συνδιοργάνωσαν η γαλλική αλυσίδα Fnac και η Παρισινή εφημερίδα Le Monde (Λε μοντ).
Η ταινία:
Δεν έχουμε τη δική μας ψυχή. Έχουμε ένα μέρος από μια μεγάλη ψυχή. Μια μεγάλη ψυχή που ανήκει σε όλους…
Θα βρίσκομαι παντού μέσα στο
σκοτάδι. Θα βρίσκομαι εκεί όπου δίνουν μάχη για να φάνε οι πεινασμένοι.
Θα βρίσκομαι εκεί όπου ο μπάτσος δέρνει τον ανήμπορο. Θα βρίσκομαι εκεί
όπου οι άνθρωποι φωνάζουν επειδή είναι έξαλλοι και δεν αντέχουν άλλο.
Αλλά θα βρίσκομαι και εκεί όπου τα
παιδιά γελούν επειδή πεινούν μα ξέρουν ότι το δείπνο τα περιμένει. Και
θα βρίσκομαι εκεί όταν οι άνθρωποι θα τρώνε τους δικούς τους καρπούς και
θα ζουν στα σπίτια που οι ίδιοι έφτιαξαν.
Θα βρίσκομαι εκεί…
Ο Χένρι Φόντα ήταν αυτός θα
κατέγραφε στο πάνθεον της 7ης τέχνης τις παραπάνω φράσεις, υποδυόμενος
τον κεντρικό ήρωα, Τομ Τζόουντ, στην κινηματογραφική μεταφορά του
μυθιστορήματος. Ανάμεσα σε εξαιρετικές ερμηνείες αυτές
που ξεχωριζουν ειναι του Χένρι Φόντα και της μητερας του στο φιλμ την
οποία υποδύεται έξοχα η Τζέιν Ντάργουελ, κερδιζοντας ετσι και το όσκαρ.
Ο δημιουργικός εγκέφαλος της ταινίας,
ωστόσο, ήταν ο σκηνοθέτης Τζoν Φορντ, ο οποίος κέρδισε το όσκαρ
σκηνοθεσίας μετατρέποντας, με τη συνδρομή του οπερατέρ Γκρεγκ Τόλαντ, σε
αξέχαστες εικόνες τις σελίδες του Στάινμπεκ.
Η σκηνοθετική ευφυΐα του ήταν η τολμηρή και άκρως αντιεμπορική ατμόσφαιρα της
ταινίας μέσα από κάδρα της αμερικανικής φύσης στην απόλυτη μαυρίλα της:
έρημες πεδιάδες, συννεφιασμένος ουρανός, λασπωμένοι δρόμοι. Μια
προσέγγισή που διατήρησε στον υπέρτατο βαθμό το προνόμιο της εντιμότητας
στην απεικόνιση των πραγματικών συνθηκών.
Τα «Σταφύλια της οργής» εξακολουθούν, ακόμη και σήμερα, να εντάσσονται σε πολλές λίστες των δέκα καλύτερων ταινιών στην ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου.
Σκηνοθεσία: John Ford
Παραγωγή: Darryl F. Zanuck, Nunnally Johnson
Σενάριο: Nunnally Johnson, βασισμένο στο μυθιστόρημα The Grapes of Wrath του John Steinbeck
Παίζουν: Henry Fonda, Jane Darwell, John Carradine, Shirley Mills, John Qualen, Eddie Quillan
Μουσική: Alfred Newman
Οπερατέρ: Gregg Toland
Μοντάζ: Robert L. Simpson
Παραγωγή: Darryl F. Zanuck, Nunnally Johnson
Σενάριο: Nunnally Johnson, βασισμένο στο μυθιστόρημα The Grapes of Wrath του John Steinbeck
Παίζουν: Henry Fonda, Jane Darwell, John Carradine, Shirley Mills, John Qualen, Eddie Quillan
Μουσική: Alfred Newman
Οπερατέρ: Gregg Toland
Μοντάζ: Robert L. Simpson


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου