Κυριακή 8 Μαρτίου 2015

ΠΕΡΙ ΣΤΥΛ (Η εξέλιξη της Ελληνικής ενδυματολογικής μόδας από την απελευθέρωση μέχρι σήμερα.)

Μόδα είναι η συνήθεια. Μία συνήθεια που έχει πεπερασμένο χρόνο, έχει ημερομηνία λήξης και η επιτυχία της εξαρτάται από το πλήθος των ανθρώπων οι οποίοι θα την ακολουθήσουν. 
Η μόδα στοχεύει πάντα στην τάση του ανθρώπου να ψάχνει το καινούργιο, το διαφορετικό από το προηγούμενο. Αφορά στον τρόπο ζωής, στις εκφράσεις της καθημερινότητας, στην ενδυμασία, στην αρχιτεκτονική, στη διακόσμηση και γενικά σε οτιδήποτε μπορεί να υποστεί αλλαγή, σε οτιδήποτε μπορεί να μεταβληθεί (όχι απαραίτητα προς το καλύτερο). 
Η μόδα στα πρώτα της βήματα στην Ελλάδα, ακολούθησε πιστά την ενδυμασία των αριστοκρατών, τα γαλλικά πολυτελή υφάσματα και τα περίτεχνα σχέδια. Γύρω στα 1900, η φουστανέλα έχασε εντελώς το λαϊκό έρεισμα και υιοθετείται το παντελόνι ως πιο βολικό και πιο οικονομικό ρούχο. Η παρουσία του Χαρίλαου Τρικούπη στη πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας υπήρξε καταλυτική. Φορούσε παντελόνι, σακάκι, πουκάμισο και γραβάτα και επειδή ήταν γαλλοτραφής και γαλλοσπουδαγμένος, επικράτησε ο όρος ΄΄φράγκικα ρούχα΄΄. Η πρώτη μόδα της Ελλάδας λοιπόν ήταν τα φράγκικα, καθιερώθηκε δε, επίσημα από την στολή του ελληνικού στρατού ο οποίος φόρεσε για πρώτη φορά παντελόνι, (ρούχο, καθόλου εύκολο στο να δείχνεις τα οπίσθιά σου στον εχθρό, κατά την προσφιλή συνήθεια των προκατόχων τους). 
Για τις γυναίκες τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα, για τις γυναίκες του λαού βέβαια. Οι μεγαλοαστές ακολούθησαν το παράδειγμα της βασίλισσας Αμαλίας και της βαυαρικής αυλής της. Δύο ταξίδια το χρόνο στο Παρίσι και επιστροφή, με τα μπαούλα γεμάτα Γαλλικές δημιουργίες. Το 1900 περίπου ανοίγει πανηγυρικά το πρώτο παρισινό παράρτημα μόδας στην Αθήνα. Ο οίκος Λυζιέ και Ντεμελβίλ. Εκεί μαθήτευσαν οι πρώτες Ελληνίδες μοδίστρες οι οποίες αργότερα μεγαλούργησαν. Οι γυναίκες του λαού απλά παρακολουθούσαν την ξενόφερτη μόδα, προσπαθώντας να μιμηθούν τις γενικές τάσεις της. Πολύ αργότερα, μετά το 1920, όταν η τέχνη της μοδιστρικής ξέφυγε από το κέντρο των Αθηνών προς τις συνοικίες, όλες οι γυναίκες είχαν πια πρόσβαση στο ευρωπαϊκό ντύσιμο. Η βιομηχανία άρχισε να αναπτύσσεται, και οι πρώτες ύλες ήταν φθηνότερες και προσιτές στο λαό. Μέχρι το 1930 το μήκος της φούστας είχε φτάσει έως το γόνατο και η κλωστοϋφαντουργία εμφανίζει ένα νέο φθηνό υλικό, το νήμα και κατ’ επέκταση το πλεκτό ρούχο. Επίσης, με την άνοδο της βιομηχανίας εμφανίζεται η ραπτομηχανή, η οποία μετά το 1930 διαδόθηκε ευρέως στην Ελλάδα και έτσι η κατασκευή των ρούχων έγινε φθηνότερη και γρηγορότερη, άρα η μόδα μπορούσε να αλλάζει συνέχεια. Οι δεκαετίες 1930-1940-1950 χαρακτηρίζονται από αφαιρετικές τάσεις στη μόδα. Καταργούνται όλα, όσα περιορίζουν και κρύβουν το ανθρώπινο σώμα, ήτοι: χοντρές κάλτσες, κορσέδες, κρινολίνα, βαριά και δύσχρηστα υφάσματα. Το σώμα αναδεικνύεται, τονίζεται, ελευθερώνεται , τα υφάσματα γίνονται λεπτά έως αέρινα. 
Οι άνδρες φόρεσαν κοντά παντελόνια και οι γυναίκες κατέκτησαν ένα από τα σύμβολα του ανδρισμού, το παντελόνι. Η Ελλάδα ακολούθησε και υιοθέτησε εύκολα τις αλλαγές της μόδας. 
Στο διάστημα αυτό, δημιουργείται και κορυφώνεται η αστική τάξη στην Ελλάδα. H αστική τάξη, προσπαθώντας να μιμηθεί τη μόδα των αριστοκρατών και μη όντας εκπαιδευμένη να ξεχωρίζει το αυθεντικό, περιέπεσε σε κραυγαλέα αισθητικά λάθη. Έτσι δημιουργήθηκε το λεγόμενο κιτς (kitsch) ,το οποίο κατέλαβε σημαντικό κομμάτι στον κόσμο της μόδας . 
Από το 1960 και έως σήμερα, η μόδα, εκτός από τις στιλιστικές προτάσεις, εκφράζεται και μέσα από μουσικά ή κοινωνικά ρεύματα, τα οποία περιέχουν και κάποιας μορφής ιδεολογία, τα μέλη τους δε, συμπεριφέρονται και ντύνονται περίπου ομοιόμορφα, π.χ. χιππις , ροκ-πανκ, emo. '
Kατά την ίδια χρονική περίοδο, έχουμε την ταχεία άνοδο της τηλεόρασης, του μάρκετινγκ και της διαφήμισης. Η αγορά των προϊόντων μόδας αναπτύσσεται και οι μεγάλοι οίκοι διαθέτουν προϊόντα για όλες τις κοινωνικές τάξεις. Η διαφήμιση δε, έπεισε τον κόσμο, ότι αγοράζοντας ένα συγκεκριμένο προϊόν, αναβαθμίζεται κοινωνικά. Με αυτόν τον τρόπο το λεγόμενο lifestyle,ξέφυγε από το ένδυμα και απλώθηκε σε όλα τα καταναλωτικά αγαθά. Η Ελλάδα και πάλι ακολούθησε και υιοθέτησε τις νέες τάσεις της μόδας. 
Τα τελευταία χρόνια η μόδα προσαρμόστηκε στις ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου, στις πολλές ώρες εργασίας του και στην ιδέα της λιγότερης κατανάλωσης. Τα ρούχα έγιναν λιτά, βολικά και οι τιμές προσιτές. Θα ήταν παράληψη να μην αναφέρουμε τους πρώτους οίκους υψηλής ραπτικής της Αθήνας του 1900. Το πρώτο ατελιέ ήταν των ΄΄Αφων Φιλδισάκου΄΄ στη Πλακα, ο ΄΄Οίκος Τσούχλου΄΄ στην Ερμού και αργότερα οι οίκοι ΄΄Παπαιωαννου΄΄, ΄΄Στάντζου΄΄ και Τσοπανέλλη΄΄. 
Μετά το 1945 διέπρεψαν οι οίκοι ΄΄Κατίνα Παπαστεφάνου΄΄, ΄΄Ροντοπούλου΄΄, ΄΄Βελουδάκη΄΄ 
και ΄΄Σολωμονίδου΄΄.  Μετά το 1960 η σκυτάλη παραδίνεται στην νέα γενιά δημιουργών, οι οποίοι για πρώτη φορά κατασκευάζουν ρούχα δικής τους έμπνευσης, και η Ελλάδα κάνει τα πρώτα της δειλά βήματα στην αυθεντική δημιουργία μόδας. Οι νέοι δημιουργοί είναι οι, Κρίτσας, Μαυρόπουλος, Τσοπανέλλης, οι οποίοι μετακόμισαν από την Ερμού και την Πλάκα,στο κολωνάκι. 
Παράλληλα, εργοστάσια και βιοτεχνίες παρήγαγαν έτοιμα ενδύματα σε αφθονία και σε χαμηλές τιμές για εσωτερική κατανάλωση και για εξαγωγές. Σταδιακά, η δημιουργική ραπτική άρχισε να φθίνει, ακόμα και οι μεγάλοι οίκοι του εξωτερικού παράγουν ρούχα χαμηλής έμπνευσης, σε μεγάλες ποσότητες. Η ιδέα του ρούχου ΄΄κατά παραγγελία΄΄ σχεδόν εξαφανίζεται. 
Σήμερα, υπάρχουν ταλαντούχοι Έλληνες σχεδιαστές, οι οποίοι κάνουν λαμπρή καριέρα στο εξωτερικό, σε ένα χώρο με δύσκολο και σκληρό ανταγωνισμό. Είναι η Σοφία Κοκοσαλάκη, 
η Μαίρη Κατράτζου, ο Αντώνης Αντωνιάδης κ.α. Ορισμένοι δε, χρησιμοποιούν και Ελληνικά 
στοιχεία (μαιάνδρους, χλαμύδες) σηματοδοτώντας έτσι την ύπαρξη της χώρας τους στις δημιουργίες 
τους. 
Η ενδυμασία σίγουρα προκαλεί εντύπωση, η οποία όμως γρήγορα ξεχνιέται. Αυτό που χαράζεται στο μυαλό μας ως εικόνα κάποιου προσώπου για πολύ, είναι η αίσθηση της προσωπικότητας και του στιλ. Το σημαντικό είναι, ο άνθρωπος να έχει το δικό του μοναδικό στιλ, όπως μοναδικό είναι και το κάθε άτομο ξεχωριστά. 

ΔΗΜΗΤΡΑ ΤΑΣΟΥΛΗ
(Master Academy Αθήνας)

2 σχόλια:

  1. Ένα πάρα πολύ ωραίο άρθρο, από την πάντα κομψή συντρόφισσα της καρδιάς μας, Δήμητρα Τασούλη!Καλωσήρθες και είμαστε σίγουροι ότι θα συνδράμεις τα μέγιστα σε αυτή μας την προσπάθεια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Εξαιρετική όπως πάντα! Καλημέρα και καλώς μας ηρθατε!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή