Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

Κύπριοι και Ελληνική επανάσταση 1821

Όταν ξεκινούσε το 1821 η Ελληνική Επανάσταση, οι ηγέτες της Επανάστασης κατέφυγαv και στους Έλληνες πoυ βρίσκονταν εκτός της μητροπολιτικής Ελλάδας για να ζητήσουν τη βοήθεια τους. Αναπόφευκτα λοιπόν κατέφυγαν και στην Κύπρο η οποία κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας (1570 -1878) μοιράστηκε την τύχη του υπόλοιπου υπόδουλου Ελληνισμού. Η Φιλική Εταιρεία δραστηριοποιήθηκε και στην Κύπρο όπου  μυήθηκαν πολλοί κληρικοί και προύχοντες του νησιού, με προεξέχων τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Κυπριανό. Αρχικά, οι επαναστάτες της Ελλάδας ζήτησαv από τους Κυπρίους να επαναστατήσουν και οι ίδιοι. Παρά το γεγονός ότι το κλίμα ευνοούσε μια τέτοια εξέλιξη, αφού ο ελληνικός πληθυσμός της Κύπρου ήταν τέσσαρις φορές περισσότερος από τον τουρκικό, η τότε Κυπριακή ηγεσία υπό τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό έκρινε ότι κάθε επαναστατική κίνηση θα ήταν προβληματική αν όχι και καταδικασμένη.

Πιο συγκεκριμένα, ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός έλαβε υπόψη πως όσο πατριώτες κι αν ήταν οι Κύπριοι, ήταν ένας λαός άοπλος και άπειρος στους πολέμους. Παράλληλα, οι Τούρκοι μπορεί να ήταν λιγότεροι αλλά ήσαν εμπειροπόλεμοι ενώ λόγω της γεωγραφικής θέσης της νήσου και της γειτνίασης με τη Συρία και την Αίγυπτο, εύκολα μπορούσαν να λάβουν ενισχύσεις. Με την άποψη του Αρχιεπισκόπου συμφώνησε τελικά και η Φιλική Εταιρία αφού τον Οκτώβριο του 1820, ο Κυπριανός συναντήθηκε με τον συνεργάτη του Υψηλάντη Αντώνιο Πελοπίδα μέσω του οποίου η Φιλική Εταιρία του μήνυσε την απόφαση της να μην δημιουργηθεί ένοπλος ξεσηκωμός στην ίδια τη Μεγαλόνησο και τον κάλεσε “να σκεφθή πώς να διαφυλάξη το ποίμνιόν του από τους κατοίκους εκεί εχθρούς”.

Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός αποφάσισε να παράσχει τουλάχιστον οικονομική και υλική βοήθεια στηv Ελλάδα αλλά η συμβολή και συνεισφορά της Κύπρου στον αγώνα του 1821 δεν περιορίστηκε μόνο εκεί αλλά επεκτάθηκε και στην αποστολή εφοδίων, στην τροφοδοσία ελληνικών καραβιών, στην ανάμιξη Κυπρίων στην πολιτική διοίκηση των χρόνων της Επανάστασης και, κυρίως, στη συμμετοχή μεγάλου αριθμού εθελοντών σχεδόν σε όλες τις αναμετρήσεις που έκριναν την τύχη του Αγώνα.

Μέσα από τα απομνημονεύματα των αγωνιστών αλλά και μέσω άλλων πηγών διαπιστώνεται ότι η Μεγαλόνησος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην προπαρασκευή και εξέλιξή της Επανάστασης. Ταυτόχρονα, υπήρξε μια μαζική κατάταξη Κυπρίων εθελοντών στα ελληνικά επαναστατικά σώματα.Ουσιαστικά, παρά τη συμφωνία να προσφέρει η Κύπρος μονάχα χρήματα και υλική βοήθεια, τελικά η συνεισφορά των Κυπρίων στην επανάσταση του 1821 ήταν ιδιαίτερα σημαντική και πολύπλευρη αφού πολλοί Κύπριοι πήγαν στην Ελλάδα κρυφά και αρκετοί έδωσαν τη ζωή τους υπέρ του Αγώνος. Μάλιστα σύμφωνα με τα πιστοποιητικά που χορηγούσαν μετά τον Αγώνα στους αγωνιστές ή στα μέλη των οικογενειών τους οι οπλαρχηγοί, 1.000 Κύπριοι συμμετείχαν στην Ελληνική Επανάσταση. Κύπριοι πολεμιστές εντοπίζονται στις πρώτες μάχες στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες, αλλά και στην Πελοπόννησο, στην Αθήνα, στο Μεσολόγγι και στις ναυτικές επιχειρήσεις.

Τέλος, χαρακτηριστικές είναι και οι μαρτυρίες προσωπικοτήτων της Επανάστασης όπως του Κολοκοτρώνη, του Μαυρομιχάλη, του Μακρυγιάννη, του Κανάρη, του Μαυροκορδάτου και πλήθος άλλων κορυφαίων ηγετών και οπλαρχηγών που με έγγραφα τους υμνούν τους Κυπρίου επαναστάτες. Χαρακτηριστικά, ο Κανάρης σε επιστολή του μνημονεύει τον Κωνσταντίνο Κυπριώτη ο οποίος πολέμησε σε όλες τις μάχες και σκοτώθηκε, καθώς επίσης και τον γιο του Γεώργιο που έπεσε πολεμώντας. Ο Πετρόμπεης και ο Μακρυγιάννης υμνούν «τον ανδρειότερο και γενναιότερον» Μιχάλη Κύπριο, ο Κολοκοτρώνης τον Ιωάννη Γεωργίου και ο Μαυροκορδάτος τον Κύπριο που με κίνδυνο της ζωής του τον έσωσε από τους κακοποιούς.

Στο μεταξύ, λίγο καιρό αφότου ξεκίνησε η Επανάσταση, εκδόθηκε σουλτανικό διάταγμα για την άμεση αφόπλιση όλων των Ελλήνων της Κύπρου. Το διάταγμα εκτελέστηκε χωρίς αντίσταση με τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό να καλεί, με σχετική εγκύκλιο, τους πιστούς, να παραμείνουν ήρεμοι και αδρανείς. Έδωσε επίσης διαβεβαίωση στον κυβερνήτη-πασά Mehmet Küçük για τη νομιμοφροσύνη των ελλήνων της Κύπρου ενώ όσα όπλα ήταν στην κατοχή τους παρεδόθησαν στις αρχές. Όμως, παρά τις προσπάθειες του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού να διαφυλάξει την ειρήνη στο νησί, οι τουρκικές αρχές ήταν αποφασισμένες να προχωρήσουν σε ενέργειες εκφοβισμού των ελλήνων της νήσου. Με αφορμή προκηρύξεις που εντόπισαν οι Τούρκοι στη Λάρνακα, ο Mehmet Küçük κατήγγειλε στην Υψηλή Πύλη ότι δήθεν οι Έλληνες Κύπριοι ετοίμαζαν επανάσταση, υποβάλλοντας ταυτόχρονα στην Πύλη ένα κατάλογο επιφανών προσώπων ανάμεσα τους.

Έτσι λοιπόν, και παρά το γεγονός ότι στο νησί επικρατούσε ηρεμία, ο Mehmet Küçük, ζήτησε από τον Σουλτάνο άδεια για να εκτελέσει προεξέχοντα μέλη της Ελληνικής Κυπριακής κοινότητας ώστε ο λαός να μείνει ουσιαστικά ακυβέρνητος. Μόλις έλαβε τη σχετική έγκριση από την Υψηλή Πύλη ο Κυβερνήτης προχώρησε σε συλλήψεις, δημεύσεις περιουσιών και εκτελέσεις. Πιο συγκεκριμένα, ο Mehmet Küçük συγκέντρωσε τηv ηγεσία τoυ Κυπριακού λαoύ, γύρω στα 500 άτομα µε επικεφαλή τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό και τους εκτέλεσε δια αποκεφαλισμού ή απαγχονισμού. Η μεγάλη αυτή σφαγή ξεκίνησε την 9η Ιουλίου 1821. Πρώτος απαγχονίστηκε ο Αρχιεπίσκοπος στην Πλατεία Σεραγίου, στο κέντρο της Λευκωσίας και ακολούθησε ο αποκεφαλισμός των Μητροπολιτών Πάφου, Κιτίου και Κυρηνείας. Μερικές μέρες αργότερα έφθαναν στο νησί 4.000 στρατιώτες από την Αίγυπτο που άρχισαν να τρομοκρατούν τον πληθυσμό με αποτέλεσμα για 40 μέρες η Κύπρος να βυθιστεί στo αίμα ενώ την ίδια στιγμή όλα τα υπάρχοντα τωv χριστιανών κατασχέθηκαv και αρκετοί εξ' αυτών αναγκάστηκαν vα φύγουν από το νησί.

Σύμφωνα με τον άγγλο περιηγητή John Carne, ο Κυπριανός γνώριζε τον επικείμενο θάνατό του αφού του είχε εκμυστηρευθεί πως «ο θάνατός μου δεν είναι μακριά. Ξέρω πως μόνο ευκαιρία περιμένουν για να με θανατώσουν». Αρνήθηκε όμως να φύγει από την Κύπρο για να σωθεί λέγοντας ότι θα παρέμενε για να προσφέρει κάθε δυνατή προστασία στο λαό του και να χαθεί μαζί του. Με αφορμή τα γεγονότα της 9ης Ιουλίου, ο μετέπειτα εθνικός ποιητής της Κύπρου Βασίλης Μιχαηλίδης (1849-1917) έγραψε στην Κυπριακή διάλεκτο το ποίημα «Η 9η Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία Κύπρου» που πραγματεύεται τις τελευταίες ώρες του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού και των Μητροπολιτών πριν την εκτέλεση τους. Οι χαρακτηριστικότεροι και πιο γνωστοί στίχοι (λόγια που αποδίδονται στον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό) του ποιήματος είναι οι εξής:


                               Η Ρωμιοσύνη έν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου

                               Κανένας δεν ευρέθηκε για να την ιξηλείψη

                               Κανένας γιατί σσιέπει την πού τάψη ο Θεός μου.

                               Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή όντας ο κόσμος λείψη.



Για καλύτερη κατανόηση του νοήματος:

Εν = είναι

Συνότζιαιρη = σύγχρονη

Ιξηλείψει = εξαλείψει

Σσιέπει = σκεπάζει, προστατεύει

Τάψη = τα ύψη


                                                                                                                     Στέλιος Ηλία

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου